(Μια προσπάθεια για διήγημα, ίσως η αρχή κάτι μεγαλύτερου)

Στριφογυρίζοντας όλο το βράδυ, σε ένα μονό κρεββάτι , ποτέ δε ένιωθε καλά. Όσο και αν το σώμα του , η ψυχή του καλύτερα, μετατοπιζόταν στα μερικά τετραγωνικά εκατοστά του κρεβατιού, ποτέ δεν ικανοποιούταν. Τι και αν ήταν το ποιο οικείο περιβάλλον, το δωμάτιο που μεγάλωσε, πρωτοτραγούδησε και μιμήθηκε τον Freddie, φαντασιώθηκε τη Monica, έκλαψε για την ξανθούλα που ερωτεύτηκε στη Γ’ Λυκείου…πάλι δεν έφτανε. Το κρεβάτι δεν έφταιγε, ο τοίχος δεν τον πλάκωνε, το ταβάνι παρέμεινε σε ικανοποιητική απόσταση όσο και να το κοίταζε. ‘Όλα στη θέση τους, όπως πάντα. Στην άλλη μεριά της πόρτας, μια κλανιά δρόμος, η οικογένεια σταθερή και αγαπημένη. Δεν ήταν μόνος, ποτέ δεν ήταν μόνος σε τόσο μεγάλη οικογένεια. Και πάλι δεν ένιωθε καλά, έψαχνε να βρει τι φταίει…σκεφτόταν τα πιτσιρίκια του, ησύχαζε λίγο.
Δε μπορεί να ήταν η έλλειψη θαλπωρής και γυναικείας συντροφιάς, κοιμόταν ήδη μόνος του χρόνια πριν το διαζύγιο, είχε συνηθίσει πια να είναι εργένης μέσα σε διαλυμένο γάμο. Ανοίγοντας τα μάτια του, κοίταξε τη μπαλκονόπορτα να δει αν ξημέρωσε. Λίγο αχνό φως τρύπωνε από το παντζούρι, ξημέρωνε και σήμαινε εγερτήριο. Πάλι η μοναξιά του, αυτή η μοναξιά που φωλιάζει στο μυαλό και σε πιέζει συνεχώς στο στομάχι κάνοντας σε να ανακατεύεσαι νηστικός, ούρλιαξε στην σιωπή του δωματίου.
Έψαξε το κινητό, είδε την ώρα και κλωθογύρισε στο μυαλό του τι είδε στον ύπνο του. Κάθε φορά και κάτι διαφορετικό του ερχόταν στο μυαλό. Πότε μία γυναίκα, άλλοτε μία καλογυαλισμένη στρογγυλή πέτρα, κάπου κάπου κάτι ποιο σύνθετο, σαν μια σουρεαλιστική κινηματογραφική ταινία μικρού μήκους. Κατάφερε να βρεθεί καθιστός στο κρεβάτι, να ισορροπήσει η φαιά ουσία στο κεφάλι του. “Πάρτυ έγινε εκεί μέσα το βράδυ?”, σκέφτηκε “ας σηκωθώ μια φορά από το κρεβάτι και να είμαι σαν μια πέτρα, που δε σκέφτεται ποτέ της τίποτα, στέκεται εκεί και λιάζεται όλη μέρα, μετρά τα πουλιά που περνούν από πάνω της, τους ήλιους που κάνουν βόλτες στην πλάτη της, ήμερα και γαλήνια”. Κούνησε λίγο τα πόδια του και τα ακούμπησε στο πάτωμα.
“Κυκλοθυμικός ή καταθλιπτικός, ξύπνησα σήμερα?” αναρωτήθηκε. Αν ήταν κυκλοθυμικός, θα υπήρχαν κάποιες εύθυμες στιγμές, που θα συνοδεύονταν από απότομες πιεστικές πτώσεις διάθεσης. Τόσο απότομες και γρήγορες, που προκαλούσαν ίλιγγο και ζάλη. Αν ήταν καταθλιπτικός, θα ήταν σε μία σταθερά ζοφερή κατάσταση, σκεπασμένος με ένα μαύρο πέπλο χωρίς άκρη, σταθερά όλη την ημέρα. Άλλες φορές αναζητούσε τη σταθερότητα της κατάθλιψης, άλλες φορές τις όμορφες (αλλά λιγοστές) εύθυμες στιγμές της κυκλοθυμίας.
Δεν αποφάσισε πως θα ήταν σήμερα, εξάλλου η διάθεση του εξουσίαζε πάντα το μυαλό του. Ότι του υπαγόρευε το συναίσθημα, λίγο η πρακτική και λιγότερο η λογική , θα ήταν σήμερα. Στο επόμενο δευτερόλεπτο, η λογική του θύμισε πως ήταν πολύ καταθλιπτικός τελευταία, έτσι επισήμανε στον εαυτό του ότι θα ήταν βολικότερο να ήταν κυκλοθυμικός. Χάρηκε για τις όμορφες στιγμές χαράς που θα έρθουν, λυπήθηκε αμέσως για τις μαύρες σκέψεις που θα τις ακολουθήσουν. Πολλές φορές, ο ενδιάμεσος χρόνος των εναλλαγών, η χρονική περίοδος, ισοδυναμούσε με μία αναπνοή. Εισπνοή , τα κορίτσια του στην παραλία πασαλειμμένα με άμμο ως τις μύτες τους. Εκπνοή, η μαύρη πέτρα που τον βαραίνει στη ψυχή και τον παρασέρνει σε κατηφόρες και απόκρημνους γκρεμνούς. Εισπνοή, εκπνοή, μέχρι να σου βγει η ψυχή.
Όταν δεν υπάρχει κανείς γύρω σου να σε ακούσει που ουρλιάζεις, που πονάς, καλύτερα να κοιτάξεις τον εαυτό σου από την έξω πλευρά του. Σαν να είσαι εσύ αυτός που θέλεις να τον ακούσεις, ο καλύτερος φίλος αλλά και ο σκληρότερος κριτής. Ο Σωκράτης πάντα κλονιζόταν όταν άρχιζε την πρωινή διαπραγμάτευση με τον εαυτό του, συνήθως με καλούσε στην πρώτη δυσφορία που ένιωθε. Ένας τυπικός διάλογος που έχει συμβεί αρκετές φορές, ήταν ο εξής:
“Σήκω όρθιος ρε, περπάτα και τραγούδα, πως είναι δυνατόν να στέκεσαι στο χθες; Η ζωή είναι φως και ενέργεια και εσύ είσαι ένα άγριο ζώο, πως είναι δυνατόν να πιστεύεις ότι ματώνοντας με μαύρες σκέψεις θα ηρεμήσεις;”
“Πονάω ρε συγγραφέα. Στέκομαι και δεν έχω δύναμη να κουνηθώ. Κόβεται η αναπνοή μου από τον πόνο, τρέμουν τα πόδια μου χωρίς να κρυώνω. Σκέφτομαι τα παιδιά μου, που είναι μακρυά μου. Σκέφτομαι τα λάθη μου, που με οδήγησαν εδώ. Πως να διαλέξω να είμαι καλά;”
“Καλύτερα λοιπόν να διαλέξεις να ζήσεις, να ανοίξεις την πόρτα και να φύγεις για τη δουλειά. Όταν δεν έχεις δουλειά, να πηγαίνεις βόλτα, έστω και μόνος σου. Περπάτα ρε, μπορεί να βρεθεί καμία να σου χαμογελάσει, έστω επειδή της φάνηκες γνωστός. Να νιώσεις ζωντανός και ας πονάς. Τότε ίσως καταλάβεις ότι ο πόνος σου είναι ευλογία, αγκάλιασε τον. Πονάς, άρα είσαι ζωντανός, βγες έξω και ζήσε!”
“ Αν ο πόνος είναι ζωή, δύσκολη είναι η καριόλα. Να κάτσω τότε να πονάω, να νιώθω ζωντανός. Πόνος είναι, θα περάσει.”
Δεν ήταν κάθε πρωινό ξύπνημα εύκολο. Μερικές φορές, ντρέπομαι που το λέω, τον πλάκωνε το σεντόνι του! Λες και ήταν μωρό παιδί! Έτρεχα και τον έβγαζα έξω με το ζόρι! Άλλες φορές, τον άφηνα να ξεκουραστεί. Σε αυτή την περίεργη σχέση, το βασικότερο ήταν πάντα η επικοινωνία. Δε με έπαιρνε τηλέφωνο πάντα, έτσι και εγώ του ζητούσα όταν δυσκολευόταν, να έφερνε στο μυαλό κάποιες όμορφες στιγμές.
Όμορφη στιγμή, ίσως η ομορφότερη της συνολικής γνωριμίας του με την πρώην σύζυγο του, ήταν η μέρα που τη γνώρισε. Τη θυμήθηκε εκείνη τη στιγμή, την πρώτη φορά που την κοίταξε. Μάτια βγαλμένα από μπλε πρωινή θάλασσα, κρύα, υγρά με μικρές θαλασσιές ατέλειες. Με το πρώτο κοίταγμα ένιωσε το στομάχι του να στριφογυρίζει παράξενα και ψέλλισε τις τυπικές κουβέντες για τη γνωριμία τους. Ταυτόχρονα, λες και μπορούσε και το ξαναζούσε, ένιωσε την πίεση του αίματος του να ανεβαίνει και μια μικρή ευχάριστη ζαλάδα να βουίζει στα αυτιά του. Τώρα πλέον δεν την αγαπούσε, οι άσχημες στιγμές είχαν γίνει πλέον περισσότερες και είχαν αφήσει τα ποιο βαθιά και αγιάτρευτα σημάδια.
Το αριστερό του πόδι ακόμα πονάει όταν το σκέφτεται. Ήταν μια δύσκολη μέρα στη δουλειά, κούραση μεγάλη, γύρισε στο σπίτι σα θυμωμένο βουνό που βρυχάται καταιγίδα. Μην το τσιγκλάς το βουνό, θα ξεράσει αστραπές. Και αυτή το τσίγκλισε, μέγα λάθος όπως αποδείχτηκε. Βάλθηκε να αρνείται τα νυχτοπερπατήματα, τα παράξενα τηλεφωνήματα, τις φωτογραφίες στο διαδίκτυο, την άρνηση από μέρους της για οποιαδήποτε μορφή στοργικής συζυγικής συμπεριφοράς. Τα αίματα άναψαν, ήταν αργά ευτυχώς και τα πιτσιρίκια είχαν αποκοιμηθεί. Υπήρξαν απειλές, σωματικές και ψυχολογικές. Εκατέρωθεν. Το πως κατέληξε με τα εσώρουχα ξαπλωμένος στο μπροστινό τμήμα του αυτοκινήτου του, αναζητεί και ο ίδιος λέξεις να το εξηγήσει. Θα τον ξαναρωτήσω μια μέρα. Δυστυχώς για αυτόν, αυτή ξεκίνησε το αυτοκίνητο ψυχρά και αποφασισμένα. Τα μάτια της δεν ήταν μπλε πλέον, αλλά είχαν γίνει μοβ με ροζ ατέλειες στο κέντρο τους. Αυτός τρόμαξε κοιτώντας το μίσος και την μανία της, μέσα από τον εμπρός ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου. Επιτάχυνε, όχι πολύ για αυτήν αλλά αρκετά για αυτόν. Αυτός ένιωσε απροστάτευτος, προδομένος αλλά κυρίως ένιωσε μόνος. Αφού είμαι μόνος, σκέφτηκε, ας αφήσω τα χέρια που με κρατούν. Ας αφήσω να πέσω, να τσακιστώ. Μόνος μου, θα πέσω , μόνος μου θα σηκωθώ και αν ζήσω να το πω, μόνος μου θα είμαι.
Το αυτοκίνητο επιτάχυνε, έφτανε στην πρώτη στροφή. Εκεί, άφησε τον υαλοκαθαριστήρα και το σώμα του υπάκουσε τους σκληρούς νόμους της φυσικής,. Έπεσε, όπως έπεφτε με το ποδήλατο μικρός. Όπως έπεφτε με τη μοτοσυκλέτα στην εφηβεία του. Ήξερε να πέφτει βλέπετε, ικανότητες κασκαντέρ δεν είχε αλλά ήξερε που να βάλει τα χέρια και τα πόδια του. Κουλουριάζεσαι σαν έμβρυο, με τα χέρια στο πλάι του κεφαλιού σου, Πόνεσε αρκετά, το έδαφος δεν ήταν φιλικό μαζί του ούτε και η ανθισμένη πικροδάφνη. Στάθηκε, σταμάτησε να σκέφτεται το ατύχημα, ήταν ακόμα στο δωμάτιο του ακόμα, ξυπνούσε από τον ύπνο του, είχε ροζ άνθη η πικροδάφνη σαν την απόχρωση στα μάτια της όταν έφευγε για την επόμενη στροφή…
“Κανείς δεν είναι τέλειος, κανείς δεν είναι αγαπητός, μια τέλεια αγάπη λοιπόν πως είναι δυνατόν να υπάρξει;”, σκέφτηκε το επόμενο δευτερόλεπτο. Σε κάθε στιγμή του ξυπνήματος του, το μυαλό του άλλαζε σκέψεις και εικόνες. Χωρίς κάποιο σταθερό προσανατολισμό, σαν μια χαλασμένη πυξίδα το μυαλό του συνεχώς του αλλάζει την πορεία του. Ευτυχώς που υπήρχε μία έξοδος από το δωμάτιο, διαφορετικά σαν μεθυσμένος θα στριφογύριζε, απελπισμένος που δε μπορεί να βρει την έξοδο. Κάθε μια σκέψη, άλλη έξοδος. Διέσχισε τη μεσόπορτα και μπήκε στο μπάνιο.
Στο μπάνιο, τι μπορεί κάποιος να σκεφτεί. Πράγματα που καλύτερα δεν πρέπει να λέγονται ή καν να γραφτούν. Οι βιολογικές ανάγκες ικανοποιούνται, καμία σημαντική σκέψη δεν πραγματοποιείται. Παρόλα αυτά, ένα ξύπνημα δεν είναι ποτέ ολοκληρωμένο χωρίς την απαραίτητη επίσκεψη εκεί. Ο αποχωρισμός από τα βάρη της προηγούμενης μέρας, μοιάζει κωμικός, αλλά σίγουρα σε κάνει να περπατήσεις ποιο ανάλαφρα. Μακάρι όλοι οι αποχωρισμοί να ήταν σύντομοι και ανάλαφροι σαν αυτόν.
Καθώς πλενόταν, έβαλε το κεφάλι του κάτω από τη βρύση. Αμέσως η θερμοκρασία του εσωτερικού του έπεσε, κρύο νερό προσπάθησε να τρυπώσει στα αυτιά του. Πάλι για ένα απειροελάχιστο χρονικό κλάσμα, η μνήμη του τον ταξίδεψε περίπου 30 χρόνια πίσω. Είδε μία μπάλα να του ξεφεύγει, καθώς κολυμπούσε στη θάλασσα. Θυμήθηκε την ιδέα του να πάει περπατώντας να την πάρει, χωρίς να υπολογίσει το βάθος της θάλασσας. Παιδί…η μπάλα ήταν σημαντική. Θυμήθηκε αμέσως τα πάντα, το νερό που μπήκε στα αυτιά του, την επιφάνεια που ξεμάκρυνε απότομα. Και τον πανικό, το φόβο ότι δεν θα ξαναδεί τη μητέρα του…λίγο φως στην επιφάνεια και ξαφνικά ένα χέρι. Τον τράβηξε επάνω και ξανά ανάσα…”Μικρέ καλά είσαι? Αναπνέεις? Τι έπαθες? Έλα να πιάσουμε τη μπάλα σου”, στο βάθος ακουγόταν ξεκάθαρα μια πανικόβλητη φωνή “Σωκράτηηηηη…το παιδί μουυυυυ” “Εντάξει είναι μην ανησυχείτε, λίγο τρομαγμένος είναι”…τα υπόλοιπα μου τα είπε ο Σωκράτης αλλά είναι περισσότερο ιστορία για παρέα παρά κάτι αντιπροσωπευτικό για το “ξύπνημα” του. Δεν αγγίζεις τίποτα από τα υπόλοιπα, κρατάς τα γεγονότα. Ήρθε σε επαφή με το θάνατο μικρός. Ήξερε πως έμοιαζε, ήξερε λοιπόν και τι γεύση έχει. Όταν τον ρώτησα, να μου πει τι να γράψω για το θάνατο, μου απάντησε, “Ο θάνατος έχει πικρή γεύση, μοιάζει με μαύρο πέπλο που σε τυλίγει και σε πνίγει και με μαύρη πέτρα που σε τσακίζει με το βάρος της”. Έφυγε το νερό από τα αυτιά, έφυγαν και οι σκοτεινές σκέψεις από το κεφάλι του.
Η επόμενη σκέψη, ήταν όμορφη. Θυμήθηκε τα πιτσιρίκια του, να παίζουν στην παραλία, στην ίδια παραλία που παραλίγο να πνιγεί. Με τα μικρά τους μαγιό να φτιάχνουν ζωγραφιές στην άμμο, για την οικογένεια που θέλουν να έχουν. Μπαμπάς, μεγάλος σαν γίγαντας , η μεγαλύτερη φιγούρα από τις πέντε. Κρατάει στο χέρι του μία μικρότερη φιγούρα, η οποία κρατάει μια όμοιου μεγέθους φιγούρα. Στην άλλη άκρη, μια μεσαίου τύπου φιγούρα κρατάει το άλλο χεράκι της. Σε ευθεία γραμμή η οικογένεια. Δίπλα, κάτι σαν αστακός με φρύδια, πρέπει να είναι ο σκύλος τους. Οποιοσδήποτε αν το έβλεπε, θα καταλάβαινε ότι κάτι συμβαίνει μεταξύ των δύο μεγαλύτερων φιγούρων. Γιατί δεν κρατάνε τα χέρια μεταξύ τους? Γιατί απλά, δεν υπάρχει τίποτα μεταξύ τους. Μόνο δύο μικρά παιδιά. Ο Σωκράτης βέβαια, απλά σκεφτόταν τις ζωγραφιές και γελούσε. Μία άρνηση, μία συνήθεια του είχε σκεπάσει τα μάτια και δεν έβλεπε αυτό το πασιφανές. Αυτό που δύο μικρά παιδιά, ούτε προ-νήπια δεν ήταν, του φώναζαν με τις ζωγραφιές τους. Ο μπαμπάς και η μαμά δεν κρατάνε ποτέ ο ένας το χέρι του άλλου.
Καθώς μέτραγε τα λεπτά που απομένουν για να πάει στη δουλειά του, άρχισε να αξιολογεί την επαγγελματική του πορεία σε συνάρτηση με τις αποφάσεις που πήρε. Το περιβάλλον του, συχνά επηρέασε τις αποφάσεις του, εσφαλμένα. Οι επαγγελματικές αποφάσεις είναι ξεκάθαρα ποιο δεσμευτικές από ότι είναι οι προσωπικές. Αν αφήσεις μια θέση εργασίας, θα σε ρωτάνε πάντα γιατί την άφησες στις επόμενες συνεντεύξεις που θα έχεις. Αν αφήσεις μια σχέση, στο τέλος θα αναρωτιέσαι μόνο εσύ αν ήταν το καλύτερο. Δεσμευόμαστε συνεχώς από τις αποφάσεις μας και ελεγχόμαστε διαρκώς για τα επακόλουθα τους. Αυτά σκεφτόταν ο Σωκράτης στο ξύπνημα του, εάν…εάν…εάν… Οι αποφάσεις μας, μας διαμορφώνουν σαν ανθρώπους καθώς καθορίζουν τις εμπειρίες μας. Τα επακόλουθα τους όμως, θετικά ή αρνητικά, πρέπει να μάθουμε να τα διυλίζουμε και να κρατάμε πάντα το πρώτο κλάσμα απόσταξης. Ο Σωκράτης είναι τέτοιος άνθρωπος ευτυχώς. Αναγνωρίζει τα λάθη του, τα δέχεται και πάντα σκέφτεται τι θα πρέπει να μάθει από αυτά. Ο απόλυτα αποτυχημένος γάμος του, του άφησε δύο υπέροχα παιδιά που τα λατρεύει. Οι λανθασμένες όμως επαγγελματικές αποφάσεις του, δύσκολα θα του αποφέρουν το ανάλογο “απόσταγμα”. Μπορεί να αποκόμισε πολύτιμες και απρόσμενες επαγγελματικές εμπειρίες, αλλά σίγουρα ήταν κάτω των ικανοτήτων του. Η ταπεινή δουλειά του ταξιτζή που έκανε τώρα, σε δημοφιλές τουριστικό θέρετρο, τον ικανοποιούσε μόνο βιοποριστικά. Μία εργασία απλά για να πληρώνονται οι λογαριασμοί, τα χρέη και τα έξοδα των παιδιών.
Ένα ξύπνημα λοιπόν, θα είναι πλήρες μόνο με ένα πρωινό. Αφότου ο Σωκράτης σκέφτηκε όμορφες και άσχημες σκέψεις στο μπάνιο, περπατώντας στο διάδρομο αξιολόγησε τη δουλειά του, έφτασε στην κουζίνα για να πιει τον καφέ του. Ποτέ δεν του άρεσε να τρώει το πρωί, “λίγος καφές και φύγαμε για δουλειά!” έλεγε στα πρωινά του, όποτε ήταν εκεί κάποιος να του τον ετοιμάσει. Τώρα, απλά το επανέλαβε για τον εαυτό του, δεν ήθελε να ξυπνήσει κανένα. Τα μοναχικά του πρωινά δεν ήθελε να τα μοιράζεται με κανένα από την οικογένεια του. Βλέπεται, είχε μια αίσθηση αυτογνωσίας και την πρωινή μιζέρια του δεν τολμούσε να τη μοιραστεί μαζί τους. Έφτιαξε ένα καφέ, τον σέρβιρε, τον ήπιε σαν σφηνάκι με δυο γουλιές, κοίταξε το ρολόι και έφυγε βιαστικά για το δωμάτιο του.
Φόρεσε ότι βρήκε μπροστά του, χωρίς να ελέγξει αν ήταν κατάλληλο για τον καιρό, αν ταιριάζουν τα χρώματα ή ότι άλλο μπορεί να κάνει ένας άνδρας που να τον ενδιαφέρει να είναι εμφανίσιμος. “Είμαστε τώρα για να γαμπρίζουμε;”, αναρωτήθηκε. Κοντοστάθηκε να θυμηθεί πότε μπήκε τελευταία φορά στη ντουζιέρα, πήρε δυο βαθιές ανάσες από τον αέρα γύρω από το σώμα του και έκρινε ότι με λίγο αποσμητικό θα έφευγαν όλες οι δυσάρεστες οσμές. Ψέκασε τον εαυτό του με δύο στροφές του χεριού του, πήρε τα προσωπικά του αντικείμενα και έφυγε βιαστικά.
Το ξύπνημα ή αλλιώς η αφύπνιση, είναι μια κατάσταση που μας συμβαίνει καθημερινά.